Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

CUBA CULTURA



Το 1996, ο Ράι Κούντερ συγκέντρωσε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ιστορίας της κουβανικής μουσικής από τη δεκαετία του ’30, του ’40 και του ’50 για να συνεργαστούν πάνω στο best selling και βραβευμένο με Γκράμι άλμπουμ The Buena Vista Social Club.
Εμπνευσμένος από αυτούς τους γεμάτους χρώμα χαρακτήρες και την εξαιρετική μουσική τους, ο Βιμ Βέντερς ταξιδεύει στην Αβάνα, στην Κούβα για να κινηματογραφήσει τη συνεργασία και συντροφικότητα ανάμεσα στον Ράι Κούντερ και τους βετεράνους φίλους του -τώρα γνωστοί στην Κούβα με το όνομα Los Superablos (οι σούπερ-παππούδες)- όπως επίσης και τις φαντασμαγορικές κατάμεστες συναυλίες τους στο Άμστερνταμ και στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 1998.
Ο Βέντερς εξηγεί ότι δεν είχε άλλη πρόθεση για το φιλμ παρά να προσπαθήσει «να δικαιώσει αυτήν την υπέροχη, θερμή, μαγική αλλά καθόλα πραγματική μουσική».
«Στην Κούβα, η μουσική ρέει σαν το ποτάμι,» συνεχίζει ο Βέντερς,  «θέλω να φτιάξω ένα φιλμ που απλά θα πλεύσει σε αυτό το ποτάμι – όχι να παρέμβει σε αυτό, απλά να παρασυρθεί μαζί του.»
Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από το φιλμ. 



Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

"Pastrami" (posted in the The New Yorker by Etgar Keret on 20.11.2012)


Ο ΠΑΣΤΟΥΡΜΑΣ
του Έτγκαρ Κέρετ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΕΒΡΑΪΚΑ ΣΟΝΤΡΑ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΝ
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΡΙΑ ΔΑΜΙΑΝΑΚΗ

Η σειρήνα της αεροπορικής επιδρομής μας πρόλαβε πάνω στη λεωφόρο, στο δρόμο για το σπίτι του παππού Γιονάταν, λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Τελ Αβίβ. Η γυναίκα μου, η Σίρα, σταματάει το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και βγαίνουμε έξω από τ’ αμάξι, αφήνοντας τις ρακέτες του μπάντμιντον και την τριχωτή μπάλα στο πίσω κάθισμα. Ο Λεβ μου κρατάει το χέρι και λέει, «Μπαμπά, έχω μια ανησυχία.» Είναι επτά ετών, και τα επτά είναι η ηλικία όπου δε θεωρείται cool να μιλάς για το φόβο, επομένως η λέξη «ανησυχία» χρησιμοποιείται στη θέση του.
Ακολουθώντας τις οδηγίες του H.F.C., η Σίρα ξαπλώνει στην άκρη του δρόμου. Λέω στον Λεβ ότι πρέπει να ξαπλώσει κι εκείνος. Αλλά εξακολουθεί να στέκεται εκεί, το μικρό του ιδρωμένο χέρι να κρατά το δικό μου.
«Ξάπλωσε επιτέλους,» λέει η Σίρα, υψώνοντας τη φωνή της για να ακουστεί πάνω από τη διαπεραστική σειρήνα.
 «Τι θα ‘λεγες να παίζαμε το παιχνίδι του σάντουιτς με παστουρμά;» ρωτάω τον Λεβ.
«Τι είν’ αυτό;» ρωτάει, χωρίς να αφήσει το χέρι μου.
«Η μαμά κι εγώ είμαστε φέτες ψωμί,» εξηγώ, « κι εσύ είσαι μια φέτα από παστουρμά, και πρέπει να φτιάξουμε ένα σάντουιτς με παστουρμά όσο πιο γρήγορα μπορούμε. Πάμε. Πρώτα, ξαπλώνεις πάνω στη μαμά,» λέω, και ο Λεβ ξαπλώνει πάνω στην πλάτη της Σίρα και την αγκαλιάζει όσο πιο δυνατά μπορεί. Ξαπλώνω πάνω τους, πιέζοντας πάνω στην υγρή γη με τα χέρια μου έτσι ώστε να μην τους συνθλίψω.
«Είναι ωραία εδώ,» λέει ο Λεβ και χαμογελάει.
«Το να είσαι ο παστουρμάς είναι το καλύτερο,» λέει η Σίρα από κάτω του.
«Παστουρμάς!» φωνάζω.
«Παστουρμάς!» φωνάζει η γυναίκα μου.
«Παστουρμάς!» φωνάζει ο Λεβ, η φωνή του τρέμει, είτε από ενθουσιασμό είτε από φόβο.
«Μπαμπά,» λέει ο Λεβ, «κοίτα, περπατάνε μυρμήγκια πάνω στη μαμά.»
«Παστουρμάς με μυρμήγκια!» φωνάζω.
«Παστουρμάς με μυρμήγκια!» φωνάζει η γυναίκα μου.
«Ναιφωνάζει ο Λεβ.
Και τότε ακούμε το μπουμ. Δυνατό, αλλά μακρινό. Παραμένουμε ξαπλωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, χωρίς να κουνάμε, για πολλή ώρα. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει να πονάνε από το βάρος. Με την άκρη του ματιού μου, βλέπω άλλους οδηγούς που ήταν ξαπλωμένοι πάνω στη λεωφόρο να σηκώνονται και να τινάζουν τη σκόνη από τα ρούχα τους. Σηκώνομαι κι εγώ.
«Κάτσε κάτω,» μου λέει ο Λεβ, «κάτσε κάτω, μπαμπά. Χαλάς το σάντουιτς.»
«Ξαπλώνω κάτω για άλλο ένα λεπτό, και λέω, «Ο.Κ., τέλος το παιχνίδι. Κερδίσαμε.»
«Αλλά είναι ωραία,» λέει ο Λεβ. «Ας μείνουμε έτσι για λίγο ακόμα.»
Μένουμε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα. Η μαμά από κάτω, ο μπαμπάς από πάνω, και στη μέση ο Λεβ και μερικά κόκκινα μυρμήγκια. Όταν επιτέλους σηκωνόμαστε, ο Λεβ ρωτάει πού έπεσε η ρουκέτα. Δείχνω προς την κατεύθυνση απ’ την οποία ακούστηκε η έκρηξη. «Ακούστηκε σαν να έπεσε κοντά στο σπίτι μας,» λέω.
«Ουφ», λέει ο Λεβ, απογοητευμένος, «τώρα ο Λαχάβ πιθανότατα θα βρει κάποιο κομμάτι πάλι. Χτες, ήρθε στο σχολείο με ένα κομμάτι σίδερο από την τελευταία ρουκέτα, και είχε το σύμβολο της εταιρείας πάνω του και το όνομά της στα αραβικά. Γιατί έπρεπε να πέσει τόσο μακριά;»
«Καλύτερα μακριά παρά κοντά,» λέει η Σίρα καθώς σκουπίζει άμμο και μυρμήγκια από το παντελόνι της.
«Το καλύτερο θα ήταν να ήταν αρκετά μακριά ώστε να μη συμβεί τίποτα σε μας, αλλά αρκετά κοντά ώστε να μαζέψω μερικά κομμάτια,» συνοψίζει ο Λεβ.
«Το καλύτερο θα ήταν να παίζαμε μπάντμιντον στο γρασίδι του παππού,» λέω, και ανοίγω την πόρτα στην πίσω θέση του αμαξιού.
«Μπαμπά,» λέει ο Λεβ όσο του δένω τη ζώνη, «υποσχέσου ότι αν υπάρξει άλλη σειρήνα, εσύ και η μαμά θα παίξετε πάλι Παστουρμά μαζί μου.»
«Το υπόσχομαι,» λέω, «κι αν το βαρεθούμε, θα σου μάθω πώς να παίζεις το Ψητό Τυρί.»
«Τέλεια!» λέει ο Λεβ, και ένα δευτερόλεπτο αργότερα, προσθέτει πιο σοβαρά, «αλλά τι θα γίνει αν δεν υπάρξουν ποτέ ξανά σειρήνες;»
«Νομίζω ότι θα υπάρξουν τουλάχιστον μία με δύο ακόμα,» τον καθησυχάζω.
«Κι αν όχι,» προσθέτει η μαμά του από το μπροστινό κάθισμα, «μπορούμε να το παίξουμε χωρίς τις σειρήνες, επίσης.»

ΤΕΛΟΣ

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

“Τhe eye of Beuty”

Τα 24γράμματα, εβδομαδιαίο περιοδικό πολιτισμού, έχουν αναρτίσει ένα ειδικό ένθετο για τον Πολιτισμό της Μέσης Ανατολής. Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον, ειδικά το ντοκιμαντέρ του Μανώλη Δημελλά για τις συνθήκες διαβίωσης στους προσφυγικούς καταυλισμούς του Λιβάνου (στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα), το “Τhe eye of Beuty”. “Τhe eye of Beuty”=“Ain al-Hilweh” (: To μάτι της όμορφης), έτσι ονομάζεται ο μεγαλύτερος καταυλισμός Παλαιστινίων προσφύγων στον Λίβανο (περίπου 50.000). 
Πηγή τα 24γράμματα http://www.24grammata.com/

 

Έρευνα: Νίκος Κλειτσίκας
Σπικάζ: Γιάννης Βούρος
Μοντάζ / Μιξάζ : Νικόλαος Στασινός
Κάμερα-Σκηνοθεσία: Μανώλης Δημελλάς
Η υλικοτεχνική υποστήριξη ήταν μια ευγενική χορηγία του Mega Tv.
Πρώτη προβολή: Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας 2010.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Ένα σχόλιο με αφορμή την προβολή τούρκικων σίριαλ στην ελληνική τηλεόραση

Διανούμενοι Έλληνες, ευυπόληπτοι και ανήσυχοι για το μέλλον της χώρας, προβληματίζονται και άλλοι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την "τηλεοπτική τουρκοκρατία" και την επικείμενη "τουρκοποίηση" της εθνικής μας ταυτότητας.
Και αναρωτιέμαι. Πώς είναι δυνατόν να αναγνωρίζουν τον παλιό ραγιαδισμό αλλά το τωρινό σκύψιμο της μέσης των ιθυνόντων να μην το βλέπουν;
Και πώς θα διατηρήσουμε την πολιτισμική μας κληρονομιά ζωντανή σε μια χώρα που δε θα μας ανήκει πια το χώμα που πατάμε, το νερό που πίνουμε, ο αέρας που αναπνέουμε, ο ήλιος που πάντα ήταν δικός μας αλλά όχι πια; Ακόμα και τον ήλιο μας θα πάρουν οι Γερμανοί με τα φωτοβολταϊκά.
Αλλά πάλι, με ένα τρόπο μαγικό, μας σημαίνουν τον κίνδυνο εξ ανατολάς, όμως η Δύση παρελαύνει στρατηγός στους δρόμους μας.
Ένας τέλειος αποπροσανατολισμός δε νομίζετε;

Υ.Γ.: Η κρατική τηλεόραση απαντώντας έμπρακτα στην "τηλεοπτική τουρκοκρατία" θα κατακλύσει το πρόγραμμα της με σειρές και ντοκιμαντέρ του BBC. Αν δεν απατώμαι αγγλικής προέλευσης. Δηλαδή να θυμηθούμε τι μας έκαναν οι φίλοι μας οι Άγγλοι το Δεκέμβρη του '44 και να κλείσουμε την τηλεόραση; Τα σχόλια δικά σας.

Επιπρόσθετα μια μικρή ιστορία: "Αυτό το λίκνισμα του σώματος"


Έβλεπα αυτές τις γυναίκες πόσο θηλυκές ήταν, πόσο γοητευτικές. Μόνο με αυτό το απαλό λίκνισμα των γοφών τους, τα χέρια που ανέβαιναν και κατέβαιναν σε αυτό το μοναδικό ανατολίτικο ρυθμό. Ξυπνούσαν μέσα μου ένα παλιό κάλεσμα. Ένα κάλεσμα – ηχώ μιας πρότερης εποχής. Αλήθεια, αποβάλαμε ποτέ το δίδυμο ανατολίτη εαυτό μας; Πόσο καλά τον θάψαμε άραγε; Κι όμως, όταν ακούω αυτό το ρυθμό και βλέπω αυτές τις γυναίκες, μέσα μου αν μη τι άλλο ξεσηκώνονται οι  μνήμες. Οι μνήμες μιας ανατολής που όσο κι αν δεν το ομολογούμε άφησε τα αποτυπώματά της στον πολιτισμό μας. Τον πολιτισμό μας που από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι την κλασική Αθήνα, μέχρι τον ελληνικό διαφωτισμό και τη γενιά του ’30, ήταν δημιουργικός, πρωτοπόρος, προοδευτικός και ζηλευτός. Αλλά μήπως τελικά η αιτία της δημιουργικότητάς μας ήταν η ικανότητα να αφομοιώνουμε από τους ξένους ό,τι πιο πρωτοπόρο, αλλά παράλληλα να διαφυλάττουμε και την πολιτιστική μας κληρονομιά;
Άκου το ρυθμό. Άκου το τουμπερλέκι και το ζουρνά. Τα χέρια σου απαντούν στο κάλεσμά τους. Το σώμα σου το διαπερνά κρυφός ηλεκτρισμός. Τότε σου ήρθε εκείνη η ιδέα. Να μπεις στο χορό εκείνων των γυναικών. Να μάθεις από τις κινήσεις τους. Αλλά μάλλον δε χρειάζεται να τις μάθεις. Σου είναι απίστευτο εύκολο να τις ακολουθήσεις. Σαν  μια άλλη Σεράχ. Το σώμα σου αναβλύζει την κίνηση που κόβει την ανάσα, όπως η πηγή το δροσερό νερό.
Οι φίλοι μου στην άλλη άκρη του δρόμου, χειροκροτούν και γελάνε. Βρισκόμασταν στην πλατεία της Τζέμαα ελ Φνα του Μαρακές. Καθότι οι φόροι είχαν στεγνώσει τις τσέπες μας, οι μόνοι δυνατοί προορισμοί για το πορτοφόλι μας ήταν πλέον οι φτωχές χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Μαζευτήκαμε οι παλιοί συμμαθητές και είπαμε να πάμε ένα ταξίδι όλοι μαζί για λίγες μέρες στο Μαρόκο. Ήταν ένα είδος αποχαιρετισμού. Αποχαιρετισμός στην πρότερη ξεγνοιασιά μας, λόγω των περασμένων νιάτων μας. Δεν είμασταν πια 18. Αποχαιρετισμός, όμως, και στον κοσμοπολιτισμό μας, γιατί όλο και πιο καθαρά φαινόταν το μεσαιωνικό μέλλον μας.
Εκεί στην πόλη του Μαρακές, όπου δεσπόζει η σκόνη, η φτώχεια και οι μυρωδιές των μπαχαρικών, διασώζεται και ο πρότερος αραβικός πολιτισμός. Απομεινάρια του η Μεντίνα, η παλιά πόλη, τα πολυτελή παλάτια, τα παζάρια των εμπόρων, οι γητευτές των φιδιών, οι ακροβάτες και ο χορός αυτών των γυναικών. Σ’ ένα δρομάκι παίζει το τουμπερλέκι του ένας μελαμψός νεαρός και αυτές οι γυναίκες ντυμένες σαν τις παλλακίδες του μεγάλου χαρεμιού, δίνουν παράσταση στους περαστικούς για λίγα σεντς.
Δεν ξέρω τι μου ήρθε εκείνη τη στιγμή. Απλά μπήκα μαζί τους στο χορό. Μπράβο Ελένη, φώναζαν οι φίλοι. Εγώ πάλι δεν τους άκουγα. Μ’ ενδιέφερε μόνο η κίνηση. Η κίνηση που μου θύμιζε ότι δεν ήμουν πάντοτε Ευρωπαία ή τέλος πάντων μόνο Ευρωπαία. Κι εκεί ανάμεσα στα γελάκια και τα αστεία των φίλων, με πλησιάζουν δύο γυναίκες από το χορό. Η μια μου περνάει ένα γιλέκο από τα χέρια και η άλλη μου δένει ένα κόκκινο ύφασμα γύρω από τη μέση μου. Μια τρίτη έρχεται και μου δένει στο κεφάλι ένα αραχνοΰφαντο μαντίλι, με το οποίο μου σκεπάζει το πρόσωπο έτσι ώστε να φαίνονται μόνο τα μάτια.
Έμεινα εμβρόντητη στη θέση μου. Από πού προέκυψε τώρα αυτό; Κοίταζα τα υφάσματα με δυσπιστία. Χάζευα τα χρώματα και τα πολύπλοκα κεντήματα πάνω τους. Μήπως ήταν ένα αστείο των φίλων μου; Γυρνάω προσποιούμενη τη θυμωμένη και τους κοιτάω, αλλά όχι. Είχαν μείνει το ίδιο αμίλητοι. Ε, τότε, ποιος; Γυρνάω τα μάτια στον κόσμο που στεκόταν γύρω μας και διασκέδαζε με το χορό. Εκεί ήταν εκείνος. Ναι, σίγουρα αυτός ήταν. Με το που συναντήθηκαν τα μάτια μας μου έγνεψε με το κεφάλι του και μου χαμογέλασε αυτάρεσκα. Τότε μια γυναίκα μου ψιθυρίζει στ’ αυτί, "Χόρεψε, χόρεψε για κύριο. Δώρο. Ρούχα δώρο."
Μα τι στο καλό;, σκέφτηκα. Τόσο πολύ έμοιαζα με ανατολίτισσα που με μπέρδεψε με αυτές τις γυναίκες και μ’ αγόραζε για λίγα ρούχα; Κι εγώ έπρεπε να χορέψω γι’ αυτόν για να τον ευχαριστήσω; Εγώ μια γυναίκα χειραφετημένη, σπουδαγμένη, εργαζόμενη, Ευρωπαία καλούμουν τώρα να ικανοποιήσω τα βίτσια εκείνου; Εκείνου που πάει να εκμεταλλευτεί τη λαχτάρα μου για έκφραση κι ελευθερία; Εκείνου που νομίζει ότι με τα λεφτά του μπορεί να αγοράζει κορμιά και συνειδήσεις;
Πέταξα τα ρούχα από πάνω μου με αηδία. Τον έφτυσα κατάμουτρα. Αν θέλω να διασώσω κάτι από τον παλιό ανατολίτη εαυτό μου, σίγουρα δεν είναι η υποταγή και ο ραγιαδισμός. Αν θέλω να διασώσω κάτι από τον παλιό ανατολίτη εαυτό μου, σίγουρα είναι το τάβλι, ο καφές, το τσάι, το πιπέρι, ο κιμάς, το παζάρι και ο ανατολίτικος χορός, το τσιφτετέλι.

ΤΕΛΟΣ
Μ.Δ.
 

Loreena McKennitt- Marrakesh Night Market

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Κληρωτός της εποχής

Μια μικρή αναφορά στο μουσικοσυνθέτη Δήμο Μούτση


    Να γιατί αξίζει κάποιος να ασχοληθεί με το Δήμο Μούτση. Δε δίστασε να αλλάξει ρότα στην καλλιτεχνική του πορεία, απορρίπτοντας το εύκολο τραγούδι και αντίστοιχα το εύκολο χρήμα.  Τον ενδιαφέρει η καθαυτή δημιουργία ως προς το περιεχόμενο αλλά και τη μορφή της. Γι’ αυτό την αναλύει διεξοδικά. Η κάθε επιλογή -επί της ουσίας στροφή του- απαντάει σε μια εσωτερική απαίτησή του να εξελίσσεται διαρκώς όταν δημιουργεί. Και όταν δεν μπορεί πια να εξελιχθεί, να δώσει κάτι καινούριο, απλά σταματάει. Το κάνει από ματαιοδοξία; Το κάνει από υπευθυνότητα; Μήπως φταίει η απογοήτευση; Μπορεί, όμως, τα πράγματα να είναι πιο απλά. Να είναι η απλή ανταπόκριση του καλλιτέχνη στην εποχή του.

  Παρακολουθώντας συνεντεύξεις του, μου έκανε εντύπωση η επιμονή ορισμένων δημοσιογράφων στην ερώτηση «Γιατί δε γράφεις πια τραγούδια Δήμο Μούτση;». Και ομολογώ ότι οι απαντήσεις που δίνει κάθε φορά είναι πολύ αξιοπρεπείς. Αν τις συνόψιζα σε μία πρόταση, θα παρέθετα το "Όλοι είμαστε κληρωτοί της εποχής μας και από αυτή την καραβάνα τρεφόμαστε." λόγια του ιδίου. Αν ήθελα να είμαι πιο αναλυτική, θα συμπλήρωνα τη δική του πάλι εξήγηση, ειδομένη στο φόντο τόσο της προσωπικής του εξέλιξης όσο και γενικότερα της εποχής του, όπως την άκουσα στη συνέντευξή του στο Νυχτερινό επισκέπτη το 2000: "Σήμερα μωρέ Άρη να γράφεις δεν είναι τίποτα σπουδαίο αλλά και να μη γράφεις πάλι σπουδαίο δεν είναι. Τα πράγματα τρέχουν με μια φοβερά ιλιγγιώδη ταχύτητα, τρέχει ένας πιτσιρίκος με μια μηχανή σκάει πάνω σε μια κολόνα τον βλέπει ο άλλος πίσω τραβάει κι αυτός, σκάει κι αυτός. Απονενοημένα. Σε μια τέτοια εποχή να βγεις και να γράψεις τραγούδια χρειάζεται μεγάλη προσοχή για το τι θα πεις. Όχι για να γράψεις τραγούδια διδακτικά και να πεις μη χτυπάτε στις κολόνες ας πούμε ή με δίδαγμα και ρητό που λέγαμε παλιά στα κατηχητικά, αλλά να κάνεις δουλειά που να 'χει λόγο ύπαρξης είναι πάρα πολύ δύσκολο. Να γράψεις ένα τραγούδι είν' εύκολο,να 'χει ένα λόγο ύπαρξης είναι πολύ δύσκολο. Αυτό εγώ το δηλώνω. Και προ αυτού στέκομαι. (...) Έλεγα στη Δήμητρα, στη γυναίκα μου, σαν να μην είναι δικά μου μ' αρέσουνε. Κολλημένος εκεί να μην μπορώ να γράψω τίποτα. Πέρασε πάρα πολύ καιρός για να τα ξεπεράσω. Δεν τα έχω ακόμα ξεπεράσει. Είμαι ευτυχής γι' αυτά τα τραγούδια. Είναι όλη μου η παιδεία μέσα, είναι όλη μου η καλή κουλτούρα σαν άνθρωπος, είναι όλη μου η πνευματικότητα, είναι όλη μου η ευρηματικότητα. Δεν ξέρω γιατί." (σ.τα τραγούδια αυτά είναι η Φυσαρμόνικα και το Το όνειρο.)

    Αν θέλαμε να συμβάλουμε λίγο σ' αυτήν την αναζήτηση του καλλιτέχνη, θα προσθέταμε τα εξής. Αυτή η μεσαία τάξη, για την οποία μίλησε πολύ ο Δήμος Μούτσης, ενέπνευσε και εμπνεύστηκε για δεκαετίες, από μια γενική διάθεση για πρόοδο και εξέλιξη, στον απόηχο βέβαια των πρότερων μεγάλων δημιουργών και των αγώνων τους. Με ιδανικά της την αύξηση των υλικών αγαθών, την ευημερία, τη συμμετοχή της στην εξουσία γέννησε τους δικούς της δημιουργούς. Και το ερώτημα βέβαια είναι τι γίνεται όταν αυτή η μεσαία τάξη δεν έχει τίποτα καινούριο να προσφέρει. Αξίες όπως κοινωνική αλληλεγγύη, τιμιότητα, εργατικότητα, συναδελφοσύνη, ευαισθησία απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα, υπέπεσαν και αντικαταστάθηκαν από άμετρο ατομικισμό έως τομαρισμό. Πού πήγε αλήθεια αυτό το "Εμένα με νοιάζει"; Και τι κάνει σ’ αυτήν την περίπτωση ο καλλιτέχνης-γέννημά της; Συνεχίζει να την υπηρετεί ανακυκλώνοντας τα ίδια και τα ίδια ιδανικά της; Ή βραχυκυκλώνει και σταματά; Κι αν σταματήσει, αυτό θα είναι χωρίς συνέπειες; Κι αν σταματήσει, θα τον αφήσουν ήσυχο; Και πώς να δημιουργήσει κάτι καινούριο αν δε σταματήσει να είναι θρέμμα της…

Η συνέντευξη του Δήμου Μούτση στο Νυχτερινό Επισκέπτη: http://www.youtube.com/watch?v=BWOCryt9jgc

 
 Στίχοι: Νίκος Γκάτσος.
Μουσική: Δήμος Μούτσης.
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, «ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ», 1969.
Άλλες ερμηνείες: Μανώλης Μητσιάς, Γιώργος Νταλάρας.
ΔΙΣΚΟΣ ΑΓΙΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
ΔΗΜΟΥ ΜΟΥΤΣΗ-ΜΑΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ 1971
 
Ποίηση: Κωνσταντίνος Π. Καβάφης.
Μουσική: Δήμος Μούτσης.
Πρώτη δισκογραφική εκτέλεση: Άλκηστις Πρωτοψάλτη, «ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ», 1975, σε συνεργασία με τον Μανώλη Μητσιά και τον Χρήστο Λεττονό.
Τα τραγούδια πρωτοακούστηκαν σε συναυλίες και στον «Ζυγό» με τη Βίκυ Μοσχολιού αλλά κυκλοφόρησαν με την Πρωτοψάλτη.
  Η νταλίκα
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Στίχοι: Κώστας Τριπολίτης
Α' εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου
Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
Στίχοι: Δήμος Μούτσης
Μουσική: Δήμος Μούτσης
 Το Όνειρο
 Στίχοι: Δήμος Μούτσης
Μουσική: Δήμος Μούτσης
 Οι γκόμενες
Στίχοι: Δήμος Μούτσης
Μουσική: Δήμος Μούτσης

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

ΣΑΝ ΑΛΛΟΚΟΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΟΙ ΕΚΔΙΚΗΤΕΣ

Το ταξίδι μας ξεκινάει με το Stavro που πάει στην Κωνσταντινούπολη για να μαζέψει λεφτά για τους δικούς του, αλλά τα όνειρά του τον πάνε αλλού... στη νέα γη της επαγγελίας, την Αμερική.
Και σαν το κουρελόβαρκο αδειάσει στο λιμάνι, θα τους στοιβάξουν στη σειρά οι ξένοι πολισμάνοι. Άλλοι θά 'χουν τον τρόπο τους και θα ευδοκιμήσουν και άλλοι ως να πεθάνουνε τη δίψα δεν θα σβήσουν.
Μα η Αμέρικα Αμέρικα γρήγορα δείχνει τα δόντια της. Η λευτεριά σχίζει, δαγκάνει τους ουρανούς με το στέμμα της. Είναι πολλά του αιώνος της τα χρέη, πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν οι γενεές, όταν την παρομοιάσουν με το πορτραίτο του Dorian Gray.
Μέχρι σήμερα -και απ' ότι φαίνεται και στο μέλλον- τα τραγούδια μας, το κλάμα, ο θυμός μας, ο χορός μας, για πολλές αλήθεια δεκαετίες, μιλούσαν για την ξενιτιά, το μισεμό, τη νοσταλγία για την πατρίδα και τα βάσανα, την υποτίμηση και την περιφρόνηση που βίωσε ο λαός μας, ξένος, μετανάστης, βρωμοέλληνας.
Και παρά τη βία που έχουμε νιώσει στο πετσί μας σα λαός, αν και θα περίμενε κανείς ότι εμείς θα ήμασταν οι πιο φανατικοί μισητές αυτής της ρατσιστικής βίας, σαν αλλόκοσμοι κι αλλότριοι εκδικητές -άραγε γιατί και για ποιον- παραβγαίνουμε τα "αφεντικά" μας στη βαναυσότητα προς τον αδύναμο.
Μια μικρή αναδρομή για να μην ξεχνιόμαστε.

Από την ταινία του Ηλία Καζάν «Αμέρικα Αμέρικα» 1963
Ο χορός του Βαρτάν
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Στίχοι: Άρης Δαβαράκης
Ερμηνεία: Βασίλης Λέκκας
  
ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας
ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Κώστας Γ. Καρυωτάκης (Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)
Λουκάς Θάνος (Το Σάλπισμα, Ν. Ξυλούρης)
Απόσπασμα από το ντοκυμαντέρ του Σ. Κούλογλου: "Βρωμοέλληνες"
"No rats,no Greeks, All American"
Βίαιος Αύγουστος: Τα πογκρόμ εναντίον Eλλήνων μεταναστών στο Τορόντο (1918)