Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

«Βάστα καρδιά μου»


«Βάστα καρδιά μου»
Οδύσσεια υ, 18¹

Ο ανθρωποκεντρισμός των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων έγκειται στο ότι εστιάζουν εκείνοι την προσοχή τους στη θέληση του ανθρώπου, στις επιλογές, τις επιδιώξεις, τα συναισθήματα και τη λογική του, ως την κινητήρια πλέον δύναμη της ιστορίας του. Στα πλαίσια της αναζήτησής τους για τα κίνητρα των πράξεων του ανθρώπου, αρχίζουν να διαχωρίζουν τον εσωτερικό από τον εξωτερικό του κόσμο, τις ενδογενείς και εξωγενείς δυνάμεις που δρουν πάνω του, και θεωρούν τον άνθρωπο ως μία οντότητα τρόπον τινά αυτοκινούμενη. Όχι από τους θεούς (όχι μόνο από αυτούς), όχι από τη μοίρα (όχι μόνο από αυτή). Αναγνωρίζουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα της επιλογής, και η επιλογή προϋποθέτει το δίλημμα, και η διλληματική κατάσταση σημαίνει την απαρχή της ψυχολογικής και συναισθηματικής εσωτερικής αναζήτησης για αυτόν.
Η προσπάθεια για την ερμηνεία της φύσης, των φαινομένων και των νόμων που τη διέπουν, οδήγησε στην ανάπτυξη της επιστήμης. Η προσπάθεια για τον προσδιορισμό της θέσης του ανθρώπου μέσα στη φύση οδήγησε στη φιλοσοφία. Ωστόσο, το κομμάτι της δεύτερης αναζήτησης, που αφορά στα εσωτερικά κίνητρα των πράξεων του ανθρώπου, καθυστέρησε χρονικά στην εξέλιξή του. Και ο λόγος γι’ αυτό είναι το ότι η αναζήτηση αυτή πήγε από έξω προς τα μέσα, από το γενικό στο ειδικό, από το όλο στο μέρος. Και πάλι αυτό οφείλεται στα δεδομένα της εποχής, στις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και δομές της πόλης-κράτους και βεβαίως στις δυνατότητες του πνεύματος εκείνην ακριβώς την εποχή. Γιατί ισχύει ότι όλα εξελίσσονται. Και η εξέλιξη προϋποθέτει ένα αρχικό στάδιο και μια πρόοδο. Στην αρχαία ελληνική σκέψη βρισκόμαστε στο αρχικό στάδιο της ανακάλυψης του πνεύματος.
Το σπουδαίο βιβλίο της Jacqueline de Romilly «Βάστα καρδιά μου», αγγίζει ένα θέμα που δεν έχει ευρέως συζητηθεί ακόμα. Αυτό της ανάπτυξης της ψυχολογίας στα αρχαία ελληνικά γράμματα. Αποκαλύπτει το βαθύ θαυμασμό και σεβασμό της συγγραφέα για τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς αλλά και συμβάλλει στην απόδειξη της θέσης ότι: «Οι λέξεις μας, οι έννοιες μας, η συνείδηση του εαυτού μας, όλα εξελίσσονται». Ακολουθούν μερικά σύντομα αποσπάσματα για μία πρώτη άποψη για το βιβλίο.
“«Βάστα καρδιά μου» είναι η μετάφραση όσων λέει ο Οδυσσέας στον εαυτό του όταν κατέχεται από τον πειρασμό να σκοτώσει αμέσως τις άπιστες δούλες που τρέχουν να συναντήσουν τους Μνηστήρες¹. Αποτελεί το πρώτο κείμενο «ψυχολογίας», πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί η συνέχεια. Υπάρχει εδώ, στο έργο του Ομήρου, μια από τις σπάνιες στιγμές ηθικής κρίσης, αγωνίας, εσωτερικού διαλόγου.”
“Ο Όμηρος και γενικά οι Έλληνες συγγραφείς δεν ασχολούνταν τόσο να περιγράψουν και να αναλύσουν τα συναισθήματα, τις εσωτερικές συγκρούσεις, δηλαδή τον ψυχικό κόσμο. Μας περιγράφουν τη συμπεριφορά, μια πράξη, και μας αφήνουν να συμπληρώσουμε τις εξηγήσεις. Με άλλα λόγια, καλοί ψυχολόγοι είναι στο μέτρο που εικονίζουν σωστά τη συμπεριφορά των ηρώων τους, δεν ενδιαφέρονται όμως διόλου για την ψυχολογία ως περιγραφή της εσωτερικής ζωής.”
“Η τάση αυτή να καταφεύγουν σε γενικεύσεις, οποιεσδήποτε και αν είναι αρκεί να συνδέονται κατά κάποιο τρόπο με την κυρίαρχη ιδέα, αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των συγγραφέων που δοκιμάζονται με αυτόν το νέο τρόπο έκφρασης.”
“Το διάσημο βιβλίο του Bruno Snell, Die Entdeckung des Geistes (Η ανακάλυψη του πνεύματος), που δημοσιεύτηκε το 1948, έχει ακριβώς ως αντικείμενο να καταδείξει ότι στα ομηρικά έπη η εσωτερική ζωή του ανθρώπου δεν είχε ακόμα αναγνωρισμένη ύπαρξη: ο εσωτερικός και ο εξωτερικός κόσμος δεν διαχωρίζονταν και τον άνθρωπο τον συνέθετε μια πολλαπλότητα επιδιώξεων, λίγο ή πολύ εντοπισμένων στο σώμα του, χωρίς να αποτελούν πνευματική οντότητα.”
“Δεν πρέπει να φανταστούμε αυτή τη διεργασία της ανακάλυψης σαν ένα είδος συνεχούς προόδου που οδηγεί χωρίς ελιγμούς και εκτροπές από τον Όμηρο στην κλασσική ψυχολογία:
1. Η σημασία της συλλογικής ζωής μέσα στην ενότητα της πόλης είχε ως αποτέλεσμα να στρέψει την προσοχή σε μια εξίσου συλλογική ψυχολογία: ψυχολογία του πλήθους, των συνελεύσεων, των Αθηναίων, των Λακεδαιμονίων, των ολιγαρχικών ή των δημοκρατικών, των μαχητών, των νέων, των γέρων, των βαρβάρων (Θουκυδίδης, Ευριπίδης, Πλάτωνας).
2. Η ψυχολογία, είτε εφαρμόζεται στο άτομο είτε στην ομάδα, τείνει τον 5ο αιώνα να διεκδικήσει τη θέση της ως καθολική επιστήμη. Δεν αναζητεί την πρωτοτυπία, τη λεπτότητα, το σύνθετο, αλλά τους βασικούς κανόνες που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.”
“Θα έλεγε κανείς ότι, μιμούμενοι την ιατρική, οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα θέλουν να γνωρίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη ύπαρξη, να καθορίσουν τις ψυχικές νόσους, μια ψυχική υγιεινή, μια ανάλυση των κινδύνων και των μέσων για την αντιμετώπισή τους. Η υψηλή αυτή φιλοδοξία μεταφράζεται στο θετικό και καθολικό χαρακτήρα στον οποίο τείνει η τότε ψυχολογία.”
“Για να οδηγηθούμε στις επόμενες εποχές, θα πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά το άτομο, την ποικιλία, τις αντιθέσεις, τις διαφορές. Παρασυρμένη από τον ίδιο τον ενθουσιασμό της, η Αθήνα θέλησε, όπως όλοι οι νεωτεριστές, να φτάσει κατευθείαν στα συμπεράσματα.”
¹Οδύσσεια, υ, 18. Στο ομηρικό κείμενο: «Τέτλαθι δή, κραδίη», που σημαίνει «άντεξε», «υπόμεινε», «κρατήσου», «βάστα» καρδιά μου.

Μ.Δ.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Εξάντας, ντοκιμαντέρ στον κόσμο.

ΧΡΥΣΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: ΜΕΡΟΣ Α΄ & Β΄

Δύο περιοχές της Ευρώπης.
Μία στην Ρουμανία, μια στην Ελλάδα.
Τις χωρίζουν χιλιόμετρα, αλλά τις ενώνει κάτι κοινό.
Χρυσός στα Χρόνια της Κρίσης.
 
ΜΕΡΟΣ Α' / ΡΟΥΜΑΝΙΑ, "ΜΑΥΡΗ ΒΙΛΒΑ"
Η Ρόσια Μοντάνα είναι ένα χωριό 4.000 κατοίκων, φωλιασμένο σε μια καταπράσινη κοιλάδα στα Καρπάθια όρη της Ρουμανίας, με ιστορία 2.000 ετών. Στο υπέδαφός της κρύβει ένα θησαυρό, το μεγαλύτερο κοίτασμα χρυσού της Ευρώπης! Πρόκειται για 240 τόνους χρυσού συνολικά, που η καναδική εταιρεία Gabriel Resources σκοπεύει να εκμεταλλευτεί, κατασκευάζοντας στην περιοχή το μεγαλύτερο ανοιχτό ορυχείο εξόρυξης χρυσού της γηραιάς ηπείρου.
Οι ιστορικά υψηλές τιμές του πολύτιμου μετάλλου καθιστούν την επένδυση για την εταιρεία ιδιαίτερα θελκτική. Το ρουμανικό κράτος από την πλευρά του, στην περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που διανύουμε, προσδοκά ότι αυτό το έργο θα του αποφέρει ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και άμεσα κέρδη 4 δισ. δολάρια.
Κι όμως, κάποιοι αποφασισμένοι κάτοικοι αντιστέκονται επί χρόνια, θεωρώντας ότι το χρυσάφι δεν είναι ο πραγματικός θησαυρός της Ρόσια Μοντάνα. Γιατί καθώς λένε, αν η πραγματοποίηση του ορυχείου προϋποθέτει τη μετεγκατάσταση των ανθρώπων, τη μόλυνση του περιβάλλοντος, και την καταστροφή της αρχαίας πολιτισμικής κληρονομιάς, ποιος θ’ αποφασίσει αν αξίζει η θυσία;
ΜΕΡΟΣ Β' / ΕΛΛΑΔΑ, "Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ"
H αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου προβάλλεται ως η ενδεδειγμένη απάντηση στην οικονομική κρίση που μαστίζει την Ελλάδα. Tο ελληνικό κράτος έχει παραχωρήσει τα μεταλλευτικά δικαιώματα μιας έκτασης 317.000 στρεμμάτων στη Β. Χαλκιδική, πλούσια σε χρυσό, χαλκό και άλλα μέταλλα, στην καναδική πολυεθνική Eldorado Gold. Όμως, κάτοικοι της περιοχής που χρόνια αντιστέκονται στη δημιουργία ορυχείου χρυσού στην περιοχή τους, υποστηρίζουν ότι η επένδυση θα προκαλέσει ανεπίστρεπτη καταστροφή στο περιβάλλον, με τα οφέλη να είναι λιγότερα από τις απώλειες. «Ο Θησαυρός της Κασσάνδρας» είναι μια ακτινογραφία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, πριν και κατά την διάρκεια της κρίσης.

ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σενάριο, Σκηνοθεσία, Αφήγηση: Γιώργος Αυγερόπουλος / Επιτόπια Έρευνα & Οργάνωση Θέματος: Γεωργία Ανάγνου / Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Σκουμπρή / Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιάννης Αυγερόπουλος, Θεόφιλος Δαδής / Μοντάζ: Βασίλης Μάγκος, Άννα Πρόκου / Μουσική: Γιάννης Παξεβάνης / Τραγούδι: Σαβίνα Γιαννάτου / Μια παραγωγή της Small Planet για την ΕΡΤ © 2011 - 2012
 
 

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

CUBA CULTURA



Το 1996, ο Ράι Κούντερ συγκέντρωσε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ιστορίας της κουβανικής μουσικής από τη δεκαετία του ’30, του ’40 και του ’50 για να συνεργαστούν πάνω στο best selling και βραβευμένο με Γκράμι άλμπουμ The Buena Vista Social Club.
Εμπνευσμένος από αυτούς τους γεμάτους χρώμα χαρακτήρες και την εξαιρετική μουσική τους, ο Βιμ Βέντερς ταξιδεύει στην Αβάνα, στην Κούβα για να κινηματογραφήσει τη συνεργασία και συντροφικότητα ανάμεσα στον Ράι Κούντερ και τους βετεράνους φίλους του -τώρα γνωστοί στην Κούβα με το όνομα Los Superablos (οι σούπερ-παππούδες)- όπως επίσης και τις φαντασμαγορικές κατάμεστες συναυλίες τους στο Άμστερνταμ και στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 1998.
Ο Βέντερς εξηγεί ότι δεν είχε άλλη πρόθεση για το φιλμ παρά να προσπαθήσει «να δικαιώσει αυτήν την υπέροχη, θερμή, μαγική αλλά καθόλα πραγματική μουσική».
«Στην Κούβα, η μουσική ρέει σαν το ποτάμι,» συνεχίζει ο Βέντερς,  «θέλω να φτιάξω ένα φιλμ που απλά θα πλεύσει σε αυτό το ποτάμι – όχι να παρέμβει σε αυτό, απλά να παρασυρθεί μαζί του.»
Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από το φιλμ. 



Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

"Pastrami" (posted in the The New Yorker by Etgar Keret on 20.11.2012)


Ο ΠΑΣΤΟΥΡΜΑΣ
του Έτγκαρ Κέρετ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΕΒΡΑΪΚΑ ΣΟΝΤΡΑ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΝ
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΡΙΑ ΔΑΜΙΑΝΑΚΗ

Η σειρήνα της αεροπορικής επιδρομής μας πρόλαβε πάνω στη λεωφόρο, στο δρόμο για το σπίτι του παππού Γιονάταν, λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Τελ Αβίβ. Η γυναίκα μου, η Σίρα, σταματάει το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και βγαίνουμε έξω από τ’ αμάξι, αφήνοντας τις ρακέτες του μπάντμιντον και την τριχωτή μπάλα στο πίσω κάθισμα. Ο Λεβ μου κρατάει το χέρι και λέει, «Μπαμπά, έχω μια ανησυχία.» Είναι επτά ετών, και τα επτά είναι η ηλικία όπου δε θεωρείται cool να μιλάς για το φόβο, επομένως η λέξη «ανησυχία» χρησιμοποιείται στη θέση του.
Ακολουθώντας τις οδηγίες του H.F.C., η Σίρα ξαπλώνει στην άκρη του δρόμου. Λέω στον Λεβ ότι πρέπει να ξαπλώσει κι εκείνος. Αλλά εξακολουθεί να στέκεται εκεί, το μικρό του ιδρωμένο χέρι να κρατά το δικό μου.
«Ξάπλωσε επιτέλους,» λέει η Σίρα, υψώνοντας τη φωνή της για να ακουστεί πάνω από τη διαπεραστική σειρήνα.
 «Τι θα ‘λεγες να παίζαμε το παιχνίδι του σάντουιτς με παστουρμά;» ρωτάω τον Λεβ.
«Τι είν’ αυτό;» ρωτάει, χωρίς να αφήσει το χέρι μου.
«Η μαμά κι εγώ είμαστε φέτες ψωμί,» εξηγώ, « κι εσύ είσαι μια φέτα από παστουρμά, και πρέπει να φτιάξουμε ένα σάντουιτς με παστουρμά όσο πιο γρήγορα μπορούμε. Πάμε. Πρώτα, ξαπλώνεις πάνω στη μαμά,» λέω, και ο Λεβ ξαπλώνει πάνω στην πλάτη της Σίρα και την αγκαλιάζει όσο πιο δυνατά μπορεί. Ξαπλώνω πάνω τους, πιέζοντας πάνω στην υγρή γη με τα χέρια μου έτσι ώστε να μην τους συνθλίψω.
«Είναι ωραία εδώ,» λέει ο Λεβ και χαμογελάει.
«Το να είσαι ο παστουρμάς είναι το καλύτερο,» λέει η Σίρα από κάτω του.
«Παστουρμάς!» φωνάζω.
«Παστουρμάς!» φωνάζει η γυναίκα μου.
«Παστουρμάς!» φωνάζει ο Λεβ, η φωνή του τρέμει, είτε από ενθουσιασμό είτε από φόβο.
«Μπαμπά,» λέει ο Λεβ, «κοίτα, περπατάνε μυρμήγκια πάνω στη μαμά.»
«Παστουρμάς με μυρμήγκια!» φωνάζω.
«Παστουρμάς με μυρμήγκια!» φωνάζει η γυναίκα μου.
«Ναιφωνάζει ο Λεβ.
Και τότε ακούμε το μπουμ. Δυνατό, αλλά μακρινό. Παραμένουμε ξαπλωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, χωρίς να κουνάμε, για πολλή ώρα. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει να πονάνε από το βάρος. Με την άκρη του ματιού μου, βλέπω άλλους οδηγούς που ήταν ξαπλωμένοι πάνω στη λεωφόρο να σηκώνονται και να τινάζουν τη σκόνη από τα ρούχα τους. Σηκώνομαι κι εγώ.
«Κάτσε κάτω,» μου λέει ο Λεβ, «κάτσε κάτω, μπαμπά. Χαλάς το σάντουιτς.»
«Ξαπλώνω κάτω για άλλο ένα λεπτό, και λέω, «Ο.Κ., τέλος το παιχνίδι. Κερδίσαμε.»
«Αλλά είναι ωραία,» λέει ο Λεβ. «Ας μείνουμε έτσι για λίγο ακόμα.»
Μένουμε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα. Η μαμά από κάτω, ο μπαμπάς από πάνω, και στη μέση ο Λεβ και μερικά κόκκινα μυρμήγκια. Όταν επιτέλους σηκωνόμαστε, ο Λεβ ρωτάει πού έπεσε η ρουκέτα. Δείχνω προς την κατεύθυνση απ’ την οποία ακούστηκε η έκρηξη. «Ακούστηκε σαν να έπεσε κοντά στο σπίτι μας,» λέω.
«Ουφ», λέει ο Λεβ, απογοητευμένος, «τώρα ο Λαχάβ πιθανότατα θα βρει κάποιο κομμάτι πάλι. Χτες, ήρθε στο σχολείο με ένα κομμάτι σίδερο από την τελευταία ρουκέτα, και είχε το σύμβολο της εταιρείας πάνω του και το όνομά της στα αραβικά. Γιατί έπρεπε να πέσει τόσο μακριά;»
«Καλύτερα μακριά παρά κοντά,» λέει η Σίρα καθώς σκουπίζει άμμο και μυρμήγκια από το παντελόνι της.
«Το καλύτερο θα ήταν να ήταν αρκετά μακριά ώστε να μη συμβεί τίποτα σε μας, αλλά αρκετά κοντά ώστε να μαζέψω μερικά κομμάτια,» συνοψίζει ο Λεβ.
«Το καλύτερο θα ήταν να παίζαμε μπάντμιντον στο γρασίδι του παππού,» λέω, και ανοίγω την πόρτα στην πίσω θέση του αμαξιού.
«Μπαμπά,» λέει ο Λεβ όσο του δένω τη ζώνη, «υποσχέσου ότι αν υπάρξει άλλη σειρήνα, εσύ και η μαμά θα παίξετε πάλι Παστουρμά μαζί μου.»
«Το υπόσχομαι,» λέω, «κι αν το βαρεθούμε, θα σου μάθω πώς να παίζεις το Ψητό Τυρί.»
«Τέλεια!» λέει ο Λεβ, και ένα δευτερόλεπτο αργότερα, προσθέτει πιο σοβαρά, «αλλά τι θα γίνει αν δεν υπάρξουν ποτέ ξανά σειρήνες;»
«Νομίζω ότι θα υπάρξουν τουλάχιστον μία με δύο ακόμα,» τον καθησυχάζω.
«Κι αν όχι,» προσθέτει η μαμά του από το μπροστινό κάθισμα, «μπορούμε να το παίξουμε χωρίς τις σειρήνες, επίσης.»

ΤΕΛΟΣ